ιδιωματικός

-ή, -ό (Α ἰδιωματικός, -ή, -όν) [ιδίωμα]
αυτός που έχει ιδιαίτερο χαρακτηριστικό
νεοελλ.
1. αυτός που αναφέρεται στο γλωσσικό ιδίωμα, ο διαλεκτικός
2. το θηλ. ως ουσ. η ιδιωματική
το σύνολο τών λεκτικών ιδιωμάτων.
επίρρ...
ιδιωματικώς και -ά
με ιδιωματικό τρόπο, διαλεκτικά.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ιδιωματικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται σε γλωσσικό ιδίωμα: Ιδιωματική λέξη. – Ιδιωματική προφορά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • idiomático — ► adjetivo LINGÜÍSTICA Que es propio de una lengua determinada: ■ expresión idiomática. * * * idiomático, a (del gr. «idiōmatikós», particular) adj. Propio de una lengua determinada. * * * idiomático, ca. (Del gr. ἰδιωματικός, particular). adj.… …   Enciclopedia Universal

  • γλωσσηματικός — ή, ό (AM γλωσσηματικός, ή, όν) [γλώσσημα] για λέξεις και τύπους) αυτός που έχει περιέλθει σε αχρησία ή ο ιδιωματικός …   Dictionary of Greek

  • νοσήμη — νοσήμη, ἡ (Α) νόσημα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ιδιωματικός τ., αντί νόσημα] …   Dictionary of Greek

  • ντελόγγο — (Μ ντελόγγο και ντελόγο) επίρρ. (διαλεκτ.) αμέσως. [ΕΤΥΜΟΛ. < γενουατικό de longo. Ο τ. ντελόγο είναι ιδιωματικός] …   Dictionary of Greek

  • ξεκουρβουλώνω — και ξεκουρμουλώνω 1. ξεριζώνω τους κορμούς τών κλημάτων 2. θεραπεύομαι από αγκύλωση, ξεπιάνομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε) * + κούρβουλο «κορμός κλήματος». Ο τ. ξεκουρμουλώνω < ξ(ε) * + κουρμούλα, ιδιωματικός τ. τού κούρβουλο] …   Dictionary of Greek

  • ορφανός — και αρφανός, ή, ό (ΑΜ ὀρφανός, ή, όν) (ως επίθ. και ως ουσ.) 1. αυτός που στερήθηκε τον έναν ή και τους δύο γονείς του λόγω θανάτου 2. αυτός που έχασε πολύτιμο προστάτη ή φίλο 3. (γενικά) αυτός που στερείται κάποιου προσώπου ή έχει έλλειψη ενός… …   Dictionary of Greek

  • πράτα — τα, Ν πρόβατα. [ΕΤΥΜΟΛ. Ιδιωματικός τ. < πρόατα < πρόβατα] …   Dictionary of Greek

  • αυτούνος — η, ο ιδιωματικός τύπος του αυτός (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαλεκτικός — ή, ό 1. ο ικανός συζητητής, αυτός που διαθέτει το χαρακτηριστικό της διαλεκτικής ή αναφέρεται σ’ αυτήν: Μ’ αρέσει να συζητώ με τον πατέρα μου, γιατί είναι άνθρωπος διαλεκτικός. 2. αυτός που έχει σχέση με κάποια διάλεκτο, ιδιωματικός: Τα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.